Ενα νέο πρότυπο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

AΡΘΡΟ του Αχμετ Νταβουτογλου – υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας

Αναδημοσίευση από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Με ξεχωριστή ευχαρίστηση επισκέφθηκα την Ελλάδα, ύστερα από πρόσκληση του Ελληνα συναδέλφου μου Δημήτρη Δρούτσα. Το 2010 υπήρξε έτος αξιοσημείωτο για τις διμερείς μας σχέσεις με την Ελλάδα. Οι κυβερνήσεις αμφοτέρων των χωρών κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια, ώστε να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις τουρκοελληνικές σχέσεις. Η συγκρότηση του Συμβουλίου Συνεργασίας Ανώτατου Επιπέδου και ο πολλαπλασιασμός των επαφών υψηλού επιπέδου υποβοήθησαν τη θεσμοθέτηση των σχέσεών μας.

Είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε με ακόμη ταχύτερο τρόπο, ώστε να διαμορφώσουμε ένα νέο πρότυπο πάνω στο οποίο θα είναι δυνατόν να οικοδομηθούν οι νέες πολιτικές για το κοινό μας μέλλον, εις αντικατάσταση των παλαιών δογμάτων, που καθόρισαν τις σχέσεις μας επί δεκαετίες.

Στην προσπάθεια αυτή αντλούμε θάρρος από την προσέγγιση και το όραμα της ελληνικής κυβέρνησης. Ποιες είναι οι προκαταλήψεις που πιστεύω ότι πρέπει να αφήσουμε πίσω μας;

i. «Η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν τα σύνορα της Δύσης και της Ανατολής. Η θεώρηση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα ελληνοτουρκικά σύνορα αντιστοιχούν στο σύνορο μεταξύ Δύσης και Ανατολής». Η αντίληψη αυτή είναι η αντανάκλαση της επιχειρηματολογίας του 19ου αιώνα περί Ανατολής και είναι στερημένη από ιστορικό υπόβαθρο. Αυτή η αντίληψη της αντιπαλότητας είναι ένα όντως σχετικά νέο φαινόμενο στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας. Οι Οθωμανοί εναγκαλίστηκαν και τον πολιτισμό της Τροίας και του Βυζαντίου, τους ενσωμάτωσαν ως απερίσπαστο τμήμα της ιστορίας μας. Πράγματι, από πολύ παλιά διάσημοι φιλόσοφοι προέβαλαν στο έργο τους τη σημασία και τη σοφία των αδελφικών σχέσεων και της συνεργασίας στο πλαίσιο της κοινής γεωγραφικής μας ταυτότητας και προσπάθησαν να εξηγήσουν την ηθική διάσταση του θέματος. Παραδόξως, η σεβαστή αυτή σχολή σκέψης συνεχίζει να φωτίζει τον σημερινό κόσμο. Σε αντίθεση με τις θέσεις του Μακιαβέλι και των οπαδών του, θέσεις εστιασμένες στην πάλη εξουσίας που οδήγησε στη σύγχρονη προσέγγιση της realpolitik, φιλόσοφοι όπως ο Κιναλίζαντε Αλί υπήρξαν πρωτοπόροι στην προσπάθεια να διατηρηθεί η αρμονία ανάμεσα στην ισχύ και τις ηθικές αξίες των αρχαίων πολιτισμών. Συχνές είναι οι αναφορές στους αρχαίους Ελληνες φιλοσόφους στο δημοφιλές έργο του «Αλάκ ι Αλάι», πράγμα που ελάχιστα συμβαίνει στην περίπτωση του «Πρίγκιπα» του Μακιαβέλι. Πρόκειται για μια ακόμη ένδειξη της έντονης αλληλεπίδρασης μεταξύ των δυο πολιτισμών, που τους καθιστά αλληλένδετους. Αποψη και θεώρησή τους ήταν ότι η αντίθετη πλευρά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εχθρός, διότι στην πραγματικότητα οι διαφορές είναι συνήθως μάλλον τεχνητές και επίπλαστες. Κατά το ευγενές αυτό εγχείρημα, φυσικά και ελήφθη υπόψη ο τρόπος σκέψης των μεγάλων Ελλήνων φιλοσόφων.

ii. «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι μια αντανάκλαση της ιστορικής πορείας του Ισλάμ και του Χριστιανισμού». Αντιθέτως, Τούρκοι και Ελληνες συνυπήρξαν ειρηνικά για αιώνες σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη μεγάλη επιρροή που άσκησαν οι Φαναριώτες στην οθωμανική διοίκηση, πρωτίστως στην οθωμανική διπλωματία και το εμπόριο. Η παρουσία του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη επί αιώνες ως ένας από τους ιστορικούς μας θεσμούς συνιστά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

iii. Η χρήση της έννοιας «του άλλου» για να προσδιορίσει η μία χώρα την άλλη κατά τη διαδικασία οικοδόμησης κρατών: Οι κοινές, γλυκόπικρες μνήμες μας δεν πρέπει να μας εμποδίσουν να προετοιμάσουμε το έδαφος για τη δημιουργία ενός ειρηνικού τοπίου στην περιοχή μας, που θα επιφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα για τις μελλοντικές γενιές μας. Για να προσδιορίσουμε εαυτούς στη διαδικασία οικοδόμησης κρατών δεν χρειαζόμαστε πλέον τον όρο «ο άλλος». Ηρθε η ώρα να βρούμε τη δύναμη μέσα από τις ομοιότητές μας και το γεγονός πως έχουμε τόσα κοινά, με δεδομένο ότι ανήκουμε στην ίδια ευρύτερη περιοχή. Το όραμα του Ατατούρκ και του Βενιζέλου, που κατέστησαν εφικτή την ειρήνη και τη συμφιλίωση την επαύριο μεγάλων δεινών και αλλαγών, είναι πηγή έμπνευσης για όλους μας.

iv. «Ο στρατηγικός ανταγωνισμός ενυπάρχει μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας». Η έννοια του μαξιμαλισμού σε βάρος «του άλλου» οδήγησε στην αποξένωση και στη διεύρυνση της απόστασης των δύο χωρών. Στον αντίποδα, Τουρκία και Ελλάδα, ως μοναδικές χώρες στην περιοχή που βρίσκονται στο σταυροδρόμι μεταξύ Βαλκανίων και Μέσης Ανατολής, μπορούν να γίνουν πρωτοπόρες στη συνεργασία και την ευημερία της ανατολικής Μεσογείου. Μπορούν να αποτελέσουν έναν ισχυρό βραχίονα, σκιαγραφώντας μία κοινή στρατηγική στη θαλάσσια περιοχή με στόχο τη σταθερότητα, την ειρήνη και την ανάπτυξη.

Πιστεύω λοιπόν πως το νέο αυτό πρότυπο πρέπει να βασίζεται στα εξής:

α) Στην κοινή κατανόηση της ιστορίας στο μέλλον: Το κοινό ιστορικό μας παρελθόν και η πολιτισμική μας αλληλεπίδραση εμποδίζουν την ερμηνεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων μέσα από εσφαλμένες οπτικές γωνίες και με βάση τεχνητές κατηγοριοποιήσεις, όπως «η Ανατολή της Δύσης» ή «η Δύση της Ανατολής». Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να προσπαθήσουμε να καταστήσουμε κυρίαρχη την κοινή μας ιστορική αντίληψη. Πράγματι, η κατανόηση της οθωμανικής ιστορίας δεν είναι δυνατή χωρίς την ανάλυση της βυζαντινής, καθώς υιοθετείται ένας πολυεθνικός και πολυγλωσσικός τρόπος ζωής. Παρομοίως για να γίνει κατανοητή η ελληνική ιστορία είναι απαραίτητη η γνώση της οθωμανικής.

β) Στον διαθρησκευτικό διάλογο για μία πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική υπόσταση. Η Τουρκία και η Ελλάδα με το πλούσιο πολιτιστικό παρελθόν τους είναι κατάλληλες να αναδειχθούν σε περιφερειακά κέντρα και να συμβάλουν στον διαθρησκευτικό διάλογο σε παγκόσμια κλίμακα.

γ) Σε μία νέα άποψη καλής γειτνίασης των δύο χωρών: Αυτό απαιτεί την κινητοποίηση της διανοητικής μας ισχύος, με στόχο την αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων και την οικοδόμηση στερεών βάσεων. Οι πικρές μνήμες της ανταλλαγής πληθυσμών παραμένουν ζωντανές και στις δύο χώρες μας. Για να τις ξεπεράσουμε, πρέπει να εργασθούμε πιο σκληρά, ευνοώντας τις επαφές μεταξύ ατόμων και τις πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών. Τα κίνητρα και η ενθάρρυνση από μέρους μας με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή ελεύθερη μετακίνηση ατόμων θα αποτελέσουν αξιόπιστο εργαλείο για τον στόχο μας. Επιδίωξή μας θα πρέπει να είναι οι μέγιστες δυνατές επαφές και η μέγιστη εφικτή συνεργασία, μαζί με πολιτική απαλλαγμένη από τριβές. Στη διαδικασία αυτή, δευτερεύουσες δραστηριότητες μπορεί να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και ενίσχυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

δ) Στην επίλυση εκκρεμών θεμάτων στο Αιγαίο: Πρέπει να είμαστε ικανοί να συμφωνήσουμε σε ειρηνικές μεθόδους ανάδειξης και επίλυσης όλων των εκκρεμών ζητημάτων στο Αιγαίο. Αυτό αποτελεί άλλωστε αναγκαία συνθήκη εάν οι δύο χώρες επιθυμούν να βελτιώσουν τις διμερείς τους σχέσεις, ενώ η επίλυση των θεμάτων αυτών αποτελεί επίσης ιστορική μας υποχρέωση για τις επόμενες γενιές. Τον περασμένο Μάιο, χάρη στο σαφές κοινό όραμα των πρωθυπουργών μας, εγκαινιάσαμε διερευνητικές συνομιλίες, που συνεχίζονται με ανανεωμένη ζέση. Οι συνομιλίες αυτές οδηγούν τώρα σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Η Τουρκία είναι αποφασισμένη να επιτύχει συνολική και βιώσιμη συμβιβαστική λύση σε όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με το Αιγαίο, πεπεισμένη ότι η Θάλασσα του Αιγαίου πρέπει να αναδειχθεί σε θάλασσα φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών μας.

ε) Στη δημιουργία κοινών πρωτοβουλιών στην Ε. Ε., τη Μεσογειακή Ενωση και την Οργάνωση για την Οικονομική Συνεργασία της Μαύρης Θάλασσας, με στόχο τη δημιουργία συνεργειών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου: Μία συνολική επίλυση του Κυπριακού δεν θα είχε μόνο ωφέλιμες επιπτώσεις στις διμερείς μας σχέσεις, καθώς θα εξασφάλιζε επίσης την ειρήνη και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε από κοινού. Θα έπρεπε να τείνουμε χείρα βοηθείας στις δύο πλευρές της διαπραγμάτευσης, εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία που μας δόθηκε. Η επιτυχία της διαδικασίας αυτής απαιτεί τη στήριξη και των δύο χωρών μας, ως εγγυήτριες δυνάμεις. Η ιστορική αυτή ευθύνη μάς υποχρεώνει να προετοιμάσουμε την κοινή γνώμη κάθε χώρας για μία συνολική λύση και ένα κοινό μέλλον, για τις δύο κοινότητες κατοίκων της Κύπρου.

Η συνέργεια που μπορούμε να δημιουργήσουμε με την πρόοδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων μπορεί να αποδειχθεί πρότυπο για την ευρύτερη περιοχή και πέρα από αυτήν. Η ανάγκη αυτή καθίσταται επιτακτικότερη μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Κάθε βήμα που κάνουμε στην κατεύθυνση της υπερπήδησης διμερών προβλημάτων, καθώς και στην αντιμετώπιση περιφερειακών και διεθνών προκλήσεων μέσα σε πνεύμα αλληλεγγύης και συνεργασίας είναι αναμφίβολα προς όφελος των συμφερόντων της Τουρκίας και της Ελλάδας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής στο σύνολό της. Ως εκπρόσωποι δύο μεγάλων πολιτισμών θα πρέπει να επεξεργαστούμε νέες ιδέες και να διερευνήσουμε νέες αφορμές για κοινά σχέδια.

Ας αδράξουμε λοιπόν την ευκαιρία να γεφυρώσουμε τις σχέσεις μας με στόχο τη δημιουργία ενός προτύπου που θα καταστήσει την ανατολική Μεσόγειο μία περιοχή ειρήνης και ευημερίας. Παράλληλα στρατηγική μας θα πρέπει να είναι η μετεξέλιξη του Αιγαίου σε μια θάλασσα φιλίας και η διασύνδεση περιφερειακών κόμβων, όπως η Σμύρνη, η Αδριανούπολη, η Αλεξανδρούπολη και η Θεσσαλονίκη, ώστε να πολλαπλασιάσουμε την κοινή μας ισχύ.

Ας ενισχύσουμε τον παγκόσμιο αντίκτυπό μας από κοινού επεξεργαζόμενοι θέσεις σε ζητήματα που αφορούν ολόκληρη την ανθρωπότητα, όπως οι κλιματικές αλλαγές και το περιβάλλον. Ας οικοδομήσουμε μαζί το μέλλον μας. Η Τουρκία είναι έτοιμη να βαδίσει αυτό το μονοπάτι στο πλευρό της Ελλάδας.

 


Ξενοδοχεία στην Κωνσταντινούπολη


Ξενοδοχεία στη Σμύρνη


Ξενοδοχεία στην Καππαδοκία