Παπαδήμος και Ντερβίς, άρθρο του Ιωάννη N. Γρηγοριάδη




Του Ιωάννη Ν. Γρηγοριάδη* (Aναδημοσίευση από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Η σύγκριση των σταδιοδρομιών των κ. Λουκά Παπαδήμου και Κεμάλ Ντερβίς προηγείται κατά πολύ της επεισοδιακής αναρρήσεως του πρώτου στην πρωθυπουργία της Ελλάδος. Ηδη από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσεως, το 2009, πολλοί παρατηρητές των ελληνικών και τουρκικών υποθέσεων αναφέρονταν στον κ. Παπαδήμο ως τον «Ελληνα Ντερβίς». Οι τεχνοκρατικές περγαμηνές των δύο παρουσιάζουν σαφείς ομοιότητες. Επιτυχημένα στελέχη διεθνών οικονομικών οργανισμών με πείρα διδασκαλίας σε κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια, έχαιραν άκρας εκτιμήσεως στο διεθνές οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Το κυριότερο ίσως: διέθεταν σε πληθώρα μία από τις πλέον σπανίζουσες αρετές στις τάξεις της τουρκικής και ελληνικής πολιτικής ελίτ: αξιοπιστία.

Η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από τον κ. Ντερβίς στην κυβέρνηση Ετσεβίτ, τον Σεπτέμβριο του 2001, έγινε υπό συνθήκες αδυναμίας πολιτικής συνεννοήσεως και κοινωνικής κατακραυγής εναντίον του πολιτικού συστήματος της χώρας. Το πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων το οποίο εκπόνησε και εφάρμοσε ο κ. Ντερβίς θεωρείται ο θεμέλιος λίθος του τουρκικού οικονομικού θαύματος, το οποίο έφερε τον ρυθμό αναπτύξεως της Τουρκίας σε επίπεδο συγκρίσιμο με αυτό της Κίνας. Ωστόσο, το θαύμα αυτό δεν πιστώνεται μόνο στον κ. Ντερβίς. Μείζων υπήρξε και η συμβολή του πρωθυπουργού της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν. Χωρίς ζηλευτές τεχνοκρατικές προδιαγραφές, αλλά με οξύ πολιτικό αισθητήριο, ο κ. Ερντογάν κατόρθωσε να επιβάλει την πιστή εφαρμογή του επώδυνου προγράμματος σταθεροποιήσεως, να κερδίσει την εμπιστοσύνη των διεθνών οργανισμών και να απελευθερώσει τις υγιείς δυνάμεις της τουρκικής οικονομίας και κοινωνίας. Η μείζων δύναμη της Τουρκίας σήμερα δεν βρίσκεται στην πολεμική της μηχανή. Βρίσκεται στο δαιμόνιο των Τούρκων μικρών και μεγάλων επιχειρηματιών που αναλαμβάνουν ρίσκα και επενδύουν σε χώρες τόσο διαφορετικές όσο το Σουδάν και το Τατζικιστάν, η Γκάνα και η Ρωσία. Βρίσκεται στις εξαγωγικές επιχειρήσεις της τουρκικής ενδοχώρας, η ανταγωνιστικότητα των οποίων δεν αποτελεί συνάρτηση του μειωμένου κόστους παραγωγής μόνον αλλά και της διαρκώς βελτιουμένης ποιότητας των προϊόντων τους. Βρίσκεται επίσης στην άνοδο του επιπέδου της ανωτάτης παιδείας με πανεπιστήμια διεθνώς ανταγωνιστικά και συνδεδεμένα με την οικονομική δραστηριότητα.

Με το πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων πέτυχε, επίσης, ο κ. Ερντογάν να άρει τις επιφυλάξεις για τις ισλαμιστικές πολιτικές του καταβολές και την υποτιθέμενη κρυφή πολιτική του ατζέντα και να προσελκύσει όγκο επενδύσεων πρωτοφανή για την ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας. Δεν αποκλείεται η αισιοδοξία των αγορών για το μέλλον της τουρκικής οικονομίας να είναι υπέρμετρη, και μια διόρθωση –ίσως και βίαιη– είναι πιθανή εντός των προσεχών ετών. Αυτό, ωστόσο, δεν πρόκειται να ανατρέψει την ανάδειξη της Τουρκίας σε αξιοσημείωτο περιφερειακό παράγοντα όχι τόσο βάσει της στρατιωτικής της ισχύος, αλλά κυρίως βάσει των οικονομικών της επιδόσεων.

Την ίδια στιγμή, ο κ. Ντερβίς μάλλον απέτυχε στην εμπλοκή του στα «βαθιά νερά» της τουρκικής πολιτικής κονίστρας. Εγκατέλειψε την τελευταία στιγμή τον κ. Τζεμ στην προσπάθειά του να ιδρύσει πολιτικό κόμμα–απάντηση στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP). Το 2005 εγκατέλειψε τελικά την Τουρκία αποδεχόμενος τον διορισμό του στην ηγεσία του Προγράμματος Αναπτύξεως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (UNDP). Εκτοτε η τουρκική κεντροαριστερά παραμένει σε αναζήτηση ενός πολιτικού σχηματισμού, ο οποίος θα εκφράσει μια φιλοευρωπαϊκή, δημοκρατική πολιτική πρόταση εναλλακτική τόσο στις πολιτικές του κυβερνώντος Κόμματος (ΑΚΡ) όσο και της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως του CHP.

Η άνοδος του κ. Παπαδήμου στην πρωθυπουργία της Ελλάδος γίνεται υπό συνθήκες σαφώς δυσχερέστερες από αυτές της Τουρκίας του 2001. Το έλλειμμα και το χρέος δεν είναι τα μόνα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κυβέρνηση, ίσως ούτε καν τα μείζονα. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η καχεξία του ιδιωτικού τομέα, οι στρεβλώσεις δεκαετιών στον δημόσιο τομέα, ο γρίφος των συνεπειών της ημιτελούς οικονομικής ενοποιήσεως στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η συχνά πέραν πάσης φαντασίας αβελτηρία της κρατικής μηχανής, οι αρνητικές δημογραφικές προοπτικές αποτελούν προβλήματα ελληνικής κοπής. Ο πήχυς επομένως είναι κατά πολύ υψηλότερος για τον κ. Παπαδήμο. Η επιτυχής εφαρμογή της συμφωνίας της 27ης Οκτωβρίου προϋποθέτει την ανατροπή του «ελληνικού ονείρου» της τελευταίας τριακονταετίας. Η χρεοκοπία αυτού του μοντέλου πρέπει να εξηγηθεί στον λαό χωρίς περιστροφές και η υποβολή μιας βιώσιμης ευρωπαϊκής εναλλακτικής προτάσεως επείγει. Η επιτυχής εφαρμογή του προγράμματος σταθεροποιήσεως θα μείνει ατελέσφορη, αν δεν συνοδευθεί από την απελευθέρωση των υγιών δυνάμεων της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, καθώς και την αγκύρωση της Ελλάδας στον πυρήνα των ευρωπαϊκών θεσμών. Ως πρωθυπουργός ο κ. Παπαδήμος καλείται να συνδυάσει τις τεχνοκρατικές αρετές του κ. Ντερβίς με το πολιτικό αισθητήριο του κ. Ερντογάν. Μπορεί να τα καταφέρει; Δύσκολο, ίσως όμως από αυτό να εξαρτάται η σωτηρία της Ελλάδος από μια οικονομική καταστροφή βιβλικών διαστάσεων.

Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης

* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.




Ξενοδοχεία στην Κωνσταντινούπολη


Ξενοδοχεία στη Σμύρνη


Ξενοδοχεία στην Καππαδοκία