Μαθαίνοντας ελληνικά στο Σισμανόγλειο Μέγαρο της Πόλης





ellinika-sismanogleio
Στιγμιότυπο από την απονομή πτυχίων ελληνομάθειας


Της Χρύσας Σπυροπούλου    

Το Σισμανόγλειο Μέγαρο, το οποίο ανήκει στο Γενικό  Προξενείο της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, είναι η γέφυρα πολιτισμού και αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο λαών, του ελληνικού και του τουρκικού, στην καρδιά της Πόλης, στο σταυροδρόμι θρησκευτικών, εκπαιδευτικών και εμπορικών στάσεων και τάσεων. Στον πιο πολυπληθή δρόμο, στη Λεωφόρο Ιστικλάλ, τη  «Μεγάλη οδό του Πέρα», στον αριθμό 60, σ’ ένα κτήριο, με μπαρόκ χαρακτηριστικά και αρχοντική αισθητική, συναντάται η διαχρονική πορεία του ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη, συνδέεται το παρελθόν με το παρόν, αντανακλάται η ελληνική ιστορία και ο πολιτισμός της.

Και όλα αυτά σε μια χώρα τόσο κοντινή και τόσο άγνωστη, τουλάχιστον μέχρι και πριν από κάποιες δεκαετίες, καθώς οι προκαταλήψεις στάθηκαν το εμπόδιο εκατέρωθεν για την ουσιαστική σύσφιξη των δεσμών των δύο λαών.  Μα, για να αναπτυχθούν οι σχέσεις είτε είναι πολιτικές είτε κοινωνικές και πολιτιστικές, είναι αναγκαίο να γνωρίσει κανείς καλά τον άλλον,  τον διαφορετικό, τον γείτονα. Κι αυτή η γνωριμία γίνεται μέσω της εκμάθησης της γλώσσας, του κώδικα επικοινωνίας.  Στη χώρα μας, άλλωστε, τα τελευταία χρόνια, δημιουργούνται σχολές τουρκικής γλώσσας, με το ενδιαφέρον να μεγαλώνει και εξ αιτίας των εμπορικών συναλλαγών, του τουρισμού, της μετανάστευσης νέων στην Τουρκία λόγω της οικονομικής κρίσης, αλλά και την προβολή των τουρκικών σειρών και ταινιών στους τηλεοπτικούς μας δέκτες.  Φαίνεται ότι η αμοιβαία καχυποψία υποχωρεί σταδιακά και η επιθυμία, αλλά και περιέργεια να γνωρίσει ο ένας τον άλλον, τον διαφορετικό, δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, για να υποχωρήσουν τα κλισέ εκατέρωθεν. Όπως σημειώνει η κ. Παρασχάκη, καθηγήτρια ελληνικών, η συμβολή του Σισμανογλείου στην ανάπτυξη δικτύων με προτεραιότητα τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε όλη την Τουρκία είναι σημαντική. Μέσω των δραστηριοτήτων αυτών στηρίζεται η ελληνομάθεια, με αποτέλεσμα ο αριθμός των μαθητών να  αυξάνει διαρκώς. Μάλιστα, πολλοί από τους μαθητές είναι Ρωμιοί ή άτομα που προέρχονται από μεικτές οικογένειες, και επιδιώκουν να βελτιώσουν τις γνώσεις τους. Τα τελευταία τρία χρόνια, στο Σ.Μ., λειτουργούν δύο τμήματα, στα οποία μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα μητέρες, κυρίως από αραβόφωνες χριστιανικές ορθόδοξες οικογένειες ή μεικτούς γάμους, τα παιδιά των οποίων φοιτούν σε μειονοτικά σχολεία. Εξάλλου, τούτο το πρόγραμμα υποστηρίζεται οικονομικά από την κοινότητα Χαλκηδόνος και τον Σύνδεσμο Υποστήριξης Ρωμαίικων Κοινωφελών Ιδρυμάτων, ενώ η Πολίτικη Κοινότητα συμμετέχει στις πολιτιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στο Σ.Μ..

Μια τυχαία συνάντηση σε έκθεση βιβλίου, στην Πόλη, με Τουρκάλα σπουδάστρια των ελληνικών στο Σισμανόγλειο Μέγαρο, καθώς και η συνεργασία μου με την υπεύθυνη του Τμήματος των Ελληνικών και της Βιβλιοθήκης  σ’ αυτό, την κ. Εύα Αχλάδη, στάθηκε η αφορμή για να συνομιλήσω με τους σπουδαστές, για να καταλάβω πώς αποτυπώνεται η γλωσσική και πολιτιστική σχέση που αναπτύσσεται στις αίθουσες ενός «ζωντανού οργανισμού», όπως είναι το Σισμανόγλειο Μέγαρο, με τις πολυσχιδείς δραστηριότητές του, και τη διάδρασή τους στην τουρκική κοινωνία.  Πάντως, και οι τρεις  καθηγήτριες τονίζουν ότι έχουν εντυπωσιαστεί από το σεβασμό που δείχνουν οι Τούρκοι μαθητές προς τον δάσκαλό τους.

Η Χαντάν ξεκίνησε να μαθαίνει τα ελληνικά, για το « χατίρι της ανεψιάς» της, η οποία είναι κατά το ήμισυ ελληνίδα. Αργότερα, όμως, τα ελληνικά έγιναν το πάθος της, ένα παιχνίδι, ένα αίνιγμα, το οποίο η ίδια καλείται να λύσει, αν και, κάθε φορά, αυτό την παρασέρνει όλο και πιο μακριά. Άρχισε να διαβάζει ιστορία και είδε από μια άλλη οπτική τα γεγονότα, ενώ η ενασχόλησή της με τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία της διευρύνει τους ορίζοντες, συμπληρώνει, πέραν της απόλαυσης των κειμένων, τις γνώσεις της για τα κοινωνικά και ιστορικά δρώμενα του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος. Αγαπάει το έργο του  Ελύτη, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Αναγνωστάκη, ενώ εκτιμά  τα μυθιστορήματα του Αλεξάνδρου και του  Τσίρκα. Θα ήθελε να συναντήσει συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το ιστορικό μυθιστόρημα, για να τους ρωτήσει αν άξιζαν οι αγώνες τους για ένα καλύτερο αύριο.

Η Μπελγκέ επισκεπτόταν συχνά την Ελλάδα, κυρίως την Ορεστιάδα, επειδή εκεί σπούδαζε μια Ρωμιά φίλη της, η Ελένη. Δεν άργησε, λοιπόν, να εξοικειωθεί με την ελληνική γλώσσα, μιας και οι φίλοι της Ελένης έγιναν και δικοί της. Στην αρχή άκουγε προσεκτικά, κρατούσε σημειώσεις, παρατηρούσε και συγκρατούσε φράσεις, τίτλους και επιγραφές. Ώσπου ανακάλυψε ότι μπορούσε να συνεννοηθεί , χρειαζόταν όμως,  να μάθει τη γραμματική, να εισχωρήσει καλύτερα στα μυστικά της ελληνικής γλώσσας, να γνωρίσει την αρχαία ελληνική γραμματεία, που πάντα την γοήτευε.   Τώρα που συνταξιοδοτήθηκε, σκέφτεται να μετακομίσει στο Μπόντρουμ, την Αλικαρνασσό, όπου θα ασχοληθεί με τουριστικές επιχειρήσεις αξιοποιώντας και τις γνωριμίες, που έχει, με επιχειρηματίες των γειτονικών ελληνικών νησιών. Αγαπάει την ποίηση του Καβάφη και το έργο της Μαρίας Ιορδανίδου, η οποία, ως Πολίτισσα, γράφει για πράγματα οικεία σ’ αυτήν.

Ο Μπουράκ αποφάσισε να μάθει ελληνικά γιατί τον ενδιαφέρει η ετυμολογία των λέξεων, και καθώς θεωρεί ότι  τα ελληνικά είναι μια «βασική γλώσσα», κατανοεί τη ρίζα των λέξεων άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, αλλά ακόμα και της τουρκικής. Αναπτύσσει, εξάλλου, μέσω των ελληνικών, την αναλυτική σκέψη. Άλλος σημαντικός λόγος για τον οποίο θέλησε να μάθει ελληνικά είναι η κοινή ιστορία των δύο λαών. «Δεν μπορούμε να μιλάμε για την τουρκική ιστορία χωρίς να αναφερθούμε στην ελληνική  και αντιστρόφως», τονίζει. Τον ελκύει η διαφορετική ματιά και η αντικειμενικότητα στη θέαση των πραγμάτων. Και σημειώνει: « Έχω μεγάλη περιέργεια για το παραλειπόμενο κομμάτι σχετικά με αυτήν την κοινή ιστορία, και τα ελληνικά με βοηθούν να το συμπληρώσω και να το ολοκληρώσω». Σημαντικό ρόλο, πάντως, στην απόφασή του να ασχοληθεί σοβαρά με την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας έπαιξε και το γεγονός ότι μεγάλωσε στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου, το Γεσίλκιοϊ, όπου έβλεπε, σε παλιά κτήρια, επιγραφές στα ελληνικά, τα οποία του άρεσαν «αισθητικά». Διαβάζει στο διαδίκτυο ελληνικές εφημερίδες και την πολίτικη Απογευματινή. Έχει διαβάσει Καβάφη, Σεφέρη, Παπαδιαμάντη και Καζαντζάκη, ενώ αν συναντούσε τον Καζαντζάκη, θα τον ρωτούσε τι προσδοκούσε από τη ζωή και ποιοι ήταν οι φόβοι του.

Πρόθυμες και οι μαθήτριες της κ. Δουρή να μιλήσουν για τους λόγους που επέλεξαν να μάθουν ελληνικά. Η Μισέλρ, η Ελίφ, η Γκαμζέ, η Μπεντιά λένε ότι μαθαίνουν τη γλώσσα γιατί γνώριζαν την αρχαία ελληνική γραμματεία και τη φιλοσοφία, ενώ μερικές από αυτές έχουν καταγωγή είτε από τη Θεσσαλονίκη, είτε από την Ρόδο ή την Κρήτη, αφού οι πρόγονοί τους πήγαν στην Τουρκία μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1923, ενώ άλλες παντρεύτηκαν Ρωμιούς. Η Γκαμζέ ζούσε στο Μοσχονήσι, το νησί Τζούντα, δίπλα στο Αϊβαλί, όπου σχεδόν όλοι εκεί μιλούν ελληνικά και θέλησε να μάθει τη γλώσσα που θα της επέτρεπε να επικοινωνεί με τους φίλους της.

Η δημιουργικότητα και η διάθεση για έρευνα και απόκτηση γνώσεων για τον άλλον, με την αξιοποίηση των πιο θετικών στοιχείων και χαρακτηριστικών εκατέρωθεν, είναι οι προϋποθέσεις για την αλληλοκατανόηση και την κοινή πορεία των δύο λαών.


Η κ. Χρύσα Σπυροπούλου είναι κριτικός λογοτεχνίας και συνεργάζεται με την εφημερίδα «Η Καθημερινή» και το περιοδικό ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ. Τα δύο τελευταία βιβλία της είναι μυθιστορήματα μυστηρίου για νέους: Αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας, Καστανιώτης 2013 και Το μυστήριο της Κωνσταντινούπολης, Καστανιώτης 2015.

 




Ξενοδοχεία στην Κωνσταντινούπολη


Ξενοδοχεία στη Σμύρνη


Ξενοδοχεία στην Καππαδοκία